δενδροτρόφος

δενδρο-τρόφος, ον,
A rearing trees,

ὄρη Max.Tyr.31.7

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δενδροτρόφος — δενδροτρόφος, ον (Α) (για τόπους) κατάλληλος για την καλλιέργεια δένδρων. [ΕΤΥΜΟΛ. < δένδρον + τρόφος < τρέφω] …   Dictionary of Greek

  • δενδροτρόφα — δενδροτρόφος rearing trees neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δένδρο — Ορεινός οικισμός (υψόμ. 650 μ., 94 κάτ.) του νομού Κορινθίας. Βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα του νομού, 58 χλμ. ΒΔ της Κορίνθου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ξυλοκάστρου. * * * και δέντρο, το (AM δένδρον Α και δένδρος, δένδρεον, δένδρειον)… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.